Η αρχαία Όλυνθος ήταν η πλούσια ιστορική πόλη της Χαλκιδικής αναπτυγμένη σε ωραία εύφορη περιοχή, σχεδόν 4 χλμ. μακριά από την ακτή.
Σύμφωνα με τη μυθολογία, ο Όλυνθος ήταν γιος του Ηρακλή και της νύμφης Βόλβης ή γιος του ποτάμιου θεού Στρυμόνα. Ο Όλυνθος σκοτώθηκε νέος κατά τη διάρκεια του κυνηγιού ενός λιονταριού. Ο Βράγγας, απαρηγόρητος για το χαμό του αδερφού του έχτισε την ομώνυμη πόλη για να τον τιμήσει,. Η εκδοχή των γλωσσολόγων όμως αμφισβητεί τη μυθολογία, θεωρώντας ότι η ονομασία της Ολύνθου βασίζεται στην αγριοσυκιά, φυτό που αφθονεί στα γύρω χωράφια. Χαρακτηριστικές τούμπες και σημαντικά ευρήματα μαρτυρούν ότι στη θέση της ιστορικής Ολύνθου προϋπήρχε προϊστορικός οικισμός αξιόλογος από τη Νεολιθική εποχή. Το προϊστορικό νεκροταφείο της είναι το αρχαιότερο γνωστό της πρώιμης εποχής του Χαλκού (2.500 π.Χ. περίπου) στον ελλαδικό χώρο. Γύρω στα 650 π.Χ. εγκαταστάθηκαν οι Βοττιαίοι και όλα πήγαιναν μια χαρά στην πλούσια πόλη μέχρι το 479 π.Χ. όπου ήρθαν οι Πέρσες, κατέστρεψαν την πόλη και εξουδετέρωσαν όλους τους Ολύνθιους. Στη συνέχεια η πόλη πέρασε στους Χαλκιδέους συμμάχους τους. Αργότερα οι Ολύνθιοι πίστεψαν στο Μακεδόνα βασιλιά Πέρδικα και συνασπίστηκαν με τις υπόλοιπες 32 αποικίες της Χαλκιδικής σε μια ομοσπονδία, που ονομάστηκε «Κοινό των Χαλκιδέων». Κατά την περίοδο αυτή η Όλυνθος άκμασε ακόμη περισσότερο κι έκοψε δικό της νόμισμα. Μια τόσο ισχυρή και πλούσια πόλη δεν ήταν δυνατόν να μη συγκινήσει και το Μακεδόνα βασιλιά Φίλιππο Β’ που προσπάθησε να τους πάρει με το μέρος του, χαρίζοντάς τους την Ποτίδαια και την κοιλάδα του Ανθεμούντα. Το 352 π.Χ., οι Ολύνθιοι διέλυσαν τη συμμαχία με το Φίλιππο Β’, αφού αντιλήφθηκαν ιδιοτέλεια στις κινήσεις του. Ο βασιλιάς των Μακεδόνων, στοχεύοντας στην ένωση όλων των Ελλήνων, εκστράτευσε εναντίον του Κοινού των Χαλκιδέων. Μάταια στην Αθήνα ο μέγας ρήτορας Δημοσθένης με τους πύρινους Ολυνθιακούς και Φιλιππικούς λόγους του προσπαθούσε να πείσει τους Αθηναίους να βοηθήσουν τους Ολύνθιους και να ανακόψουν την ορμή του Μακεδόνα. Ο Φίλιππος Β’, ισχυρός και αήττητος, κατέλαβε και κατέστρεψε τις πόλεις του Κοινού των Χαλκιδέων και ισοπέδωσε την Όλυνθο (348 π.Χ.). Τα χωράφια μοιράστηκαν στους μακεδόνες, ενώ οι Ολύνθιοι που γλίτωσαν από τη σφαγή πουλήθηκαν σαν σκλάβοι. Η Όλυνθος εξαφανίστηκε για πάντα.
Ο Αμερικάνος αρχαιολόγος D. Robinson κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου (1928-31) ξεκίνησε τις ανασκαφές και έφερε στο φως ολόκληρη την αρχαία Όλυνθο. Εκτός από τα σπασμένα κεραμίδια και τις αιχμές από βέλη που έγραφαν «Φίλιππος», ο Robinson ανακάλυψε και το οικιστικό και πολεοδομικό σύστημα της αρχαίας Ολύνθου. Κάθε οικοδομικό τετράγωνο είχε διαστάσεις 87×36μ. και σ’ αυτό υπήρχαν 10 μεγάλες διώροφες, σοφά προσανατολισμένες κατοικίες, η καθεμία με πολλά δωμάτια, ευρύχωρη αυλή και βοηθητικούς χώρους. Τα σπίτια της Ολύνθου, χωρισμένα με κάθετους δρόμους και λεωφόρους, μαρτυρούν και σήμερα πόσο νοικοκυρεμένη ήταν αυτή η πόλη, τη λειτουργικότητα της οποίας είχε εγγυηθεί ένας ευφυής πολεοδομικός σχεδιασμός, ο οποίος βασίστηκε στο ξακουστό στην αρχαιότητα «Ιπποδάμειο σύστημα». Η πόλη είναι ίσως το καλύτερο δείγμα πολεοδομικού σχεδιασμού από την Κλασική Ελλάδα. Εκπληκτικό είναι το σύστημα ύδρευσης και αποχέτευσης των κατοικιών και ολόκληρης της πόλης. Η ανασκαφή αυτή καταγράφτηκε από τον Robinson σε 14 ογκώδεις τόμους.
Ο Μ. Ανδρόνικος για την ανασκαφή της κλασικής Ολύνθου, γράφει ότι ανέδειξε την καλύτερα διατηρημένη στο σύνολό της ελληνική πόλη των κλασικών χρόνων με λουτρά, νιπτήρες και τουαλέτες, που έχουν εντελώς μοντέρνα σχήματα δείχνοντας την υψηλή στάθμη της ζωής των αρχαίων κατοίκων της.
Τα σπίτια της Ολύνθου καταπλήσσουν με τη διάταξη, το μέγεθος, την αρχιτεκτονική, τον εξοπλισμό, τον πλούτο τους, όπως και οι επαύλεις των προαστίων με τα θαυμάσια ψηφιδωτά δάπεδα, τα οποία είναι τα παλαιότερα γνωστά ελληνικά ψηφιδωτά συνθεμένα με πολύχρωμα ποταμίσια βότσαλα σ’ εκπληκτικά σχήματα εμπνευσμένα από τη φύση, τη μυθολογία κ.ά. Σ’ ένα ψηφιδωτό εικονίζεται ο Αχιλλέας, στον οποίο η Θέτις με τις Νηρηίδες δίνουν την ασπίδα, την περικεφαλαία και το δόρυ του. Άλλο παριστάνει το Βελλεροφόντη καβάλα στον Πήγασο να φονεύει τη Χίμαιρα, σε θαυμάσιο πλαίσιο με φυτικό διάκοσμο και μαιάνδρους.